Σπουδές μακριά από το σπίτι: γονείς και παιδιά

Τι αλλάζει για γονείς και παιδιά όταν αρχίζουν οι σπουδές μακριά από το σπίτι
Την ημέρα που το παιδί μετακομίζει, το βάρος δεν βρίσκεται μόνο στις κούτες. Βρίσκεται στη θέση του στο τραπέζι, στο δωμάτιο που ξαφνικά αδειάζει και στην πρώτη παρόρμηση να τηλεφωνήσεις για να ρωτήσεις αν έφαγε, αν γύρισε, αν είναι καλά.
Για τον νέο φοιτητή, η αναχώρηση για σπουδές είναι μια πρώτη ουσιαστική δοκιμή αυτονομίας. Για τους γονείς είναι μια διαφορετική, λιγότερο ορατή μετάβαση: να παραμένουν παρόντες, χωρίς να γνωρίζουν πλέον κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητάς του.
Δεν αλλάζει μόνο ο τόπος κατοικίας του παιδιού. Αλλάζει ένας τρόπος ζωής που, επί χρόνια, οργανωνόταν γύρω από το σχολείο, τις υποχρεώσεις, τις μετακινήσεις και τη σταθερή παρουσία του στο σπίτι.
Μια αλλαγή για ολόκληρη την οικογένεια
Για δεκαοκτώ ή περισσότερα χρόνια, οι γονείς μαθαίνουν να προβλέπουν. Γνωρίζουν πότε το παιδί κουράζεται, πότε έχει διάβασμα, πότε κάτι το απασχολεί και πότε χρειάζεται βοήθεια, ακόμη κι αν δεν τη ζητά.
Με τη μετακόμιση, αυτή η άμεση γνώση περιορίζεται. Οι γονείς δεν ξέρουν πάντα πού βρίσκεται, με ποιους είναι, αν δυσκολεύεται ή αν απλώς δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Συχνά, αυτή η έλλειψη πληροφορίας είναι δυσκολότερη από την ίδια τη γεωγραφική απόσταση.
Ο γονεϊκός ρόλος, βέβαια, δεν τελειώνει. Αλλάζει μορφή.
Η καθημερινή φροντίδα δίνει σταδιακά τη θέση της στην εμπιστοσύνη, στη διαθεσιμότητα και στην παρουσία που δεν χρειάζεται να είναι συνεχής για να παραμένει σταθερή.
Η «άδεια φωλιά» δεν βιώνεται από όλους με τον ίδιο τρόπο
Ο όρος «σύνδρομο της άδειας φωλιάς» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη λύπη, τη μοναξιά ή το αίσθημα κενού που μπορεί να εμφανιστεί όταν ένα παιδί φεύγει από την οικογενειακή κατοικία.
Δεν αποτελεί ψυχιατρική διάγνωση ούτε αφορά όλους τους γονείς με τον ίδιο τρόπο.
Κάποιοι δυσκολεύονται περισσότερο, ενώ άλλοι αισθάνονται υπερηφάνεια, ανακούφιση ή χαρά βλέποντας το παιδί τους να προχωρά. Πολύ συχνά, τα συναισθήματα αυτά συνυπάρχουν.
Η στενοχώρια δεν σημαίνει ότι ο γονιός δεν αποδέχεται την ενηλικίωση του παιδιού. Όπως και η ανακούφιση δεν σημαίνει ότι το αγαπά λιγότερο. Πρόκειται, απλώς, για μια μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται χρόνο για να βρει τη θέση της στη νέα οικογενειακή πραγματικότητα.
Η ανεξαρτησία δεν αρχίζει πάντα με σιγουριά
Η μετακόμιση δεν είναι εύκολη μόνο για την οικογένεια που μένει πίσω. Ο νέος φοιτητής καλείται να διαχειριστεί σχεδόν ταυτόχρονα ένα άγνωστο σπίτι, μια καινούργια πόλη, οικονομικές και οικιακές υποχρεώσεις, διαφορετικές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, νέες σχέσεις και την ευθύνη αποφάσεων που μέχρι τότε μοιραζόταν με την οικογένεια.
Ο ενθουσιασμός μπορεί να συνυπάρχει με φόβο, νοσταλγία ή ανασφάλεια. Ακόμη και ένα παιδί που διεκδίκησε με επιμονή την ανεξαρτησία του μπορεί να δυσκολευτεί όταν βρεθεί μόνο του μπροστά στις πρακτικές απαιτήσεις της.
Σε αυτή τη φάση, ο γονιός χρειάζεται να αποφύγει δύο άκρα: να αναλάβει αμέσως τη λύση κάθε προβλήματος ή να απομακρυνθεί απότομα, θεωρώντας ότι το παιδί πρέπει πλέον να τα καταφέρει εντελώς μόνο του.
Η πιο χρήσιμη στάση βρίσκεται συνήθως κάπου στη μέση.
Από την ανάγκη να γνωρίζεις στην ικανότητα να εμπιστεύεσαι
Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή για τους γονείς είναι ότι χρειάζεται σταδιακά να αποδεχτούν πως δεν θα γνωρίζουν τα πάντα.
Η αυτονομία δεν χτίζεται μόνο μέσα από σωστές αποφάσεις. Χτίζεται και όταν ο νέος άνθρωπος ξεχάσει να πληρώσει έναν λογαριασμό, χαθεί στην καινούργια πόλη, οργανώσει άσχημα τον χρόνο του, απογοητευτεί από μια παρέα ή αποτύχει σε ένα μάθημα και χρειαστεί να ανασυνταχθεί.
Όταν ο γονιός παρεμβαίνει πριν εμφανιστεί κάθε δυσκολία, το παιδί προστατεύεται προσωρινά, αλλά χάνει την ευκαιρία να ανακαλύψει ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Όταν, αντίθετα, ο γονιός παραμένει διαθέσιμος χωρίς να αναλαμβάνει αυτομάτως τον έλεγχο, το παιδί μαθαίνει να ζητά βοήθεια χωρίς να παραδίδει την ευθύνη της ζωής του.
Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία.
Ζητήματα ασφάλειας, υγείας, σοβαρής οικονομικής δυσκολίας ή έντονης επιβάρυνσης χρειάζονται ουσιαστική παρέμβαση. Δεν χρειάζεται, όμως, κάθε καθημερινό πρόβλημα να μετατρέπεται σε οικογενειακή επιχείρηση διάσωσης.
Η επικοινωνία χρειάζεται μια νέα ισορροπία
Στις πρώτες εβδομάδες, κάθε οικογένεια προσπαθεί να βρει τον δικό της ρυθμό επικοινωνίας. Δεν υπάρχει σωστός αριθμός τηλεφωνημάτων ή μηνυμάτων. Σημασία έχει η επαφή να μη μετατρέπεται σε υποχρεωτική αναφορά κινήσεων ή σε τρόπο διαρκούς ελέγχου.
Το παιδί μπορεί να τηλεφωνήσει επειδή αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, χωρίς απαραίτητα να ζητά μια έτοιμη λύση. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να μιλήσει σε έναν άνθρωπο μπροστά στον οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει πάντοτε.
Από την άλλη πλευρά, φράσεις όπως «μας ξέχασες», «το σπίτι άδειασε χωρίς εσένα» ή «δεν βρίσκεις πέντε λεπτά να τηλεφωνήσεις;» μπορεί να εκφράζουν πραγματική στενοχώρια, αλλά μεταφέρουν στο παιδί την ευθύνη για τη συναισθηματική ισορροπία της οικογένειας.
Η αγάπη δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ενοχή.
Παράλληλα, η ζωή στο οικογενειακό σπίτι συνεχίζεται. Το δωμάτιο του παιδιού μπορεί να παραμένει ένας οικείος χώρος επιστροφής, χωρίς ολόκληρη η καθημερινότητα να παγώσει στον χρόνο. Οι γονείς έχουν κι εκείνοι δικαίωμα να επιστρέψουν σε ενδιαφέροντα, σχέσεις και σχέδια που ίσως είχαν παραμεριστεί.
Αυτό δεν αποδυναμώνει τον δεσμό. Τον βοηθά να εξελιχθεί σε μια πιο ώριμη σχέση, στην οποία η φροντίδα δεν εκφράζεται πλέον μόνο μέσα από τη φυσική παρουσία, αλλά μέσα από την εμπιστοσύνη και τη διαθεσιμότητα.
Η σχέση αλλάζει, η αγάπη μένει
Η απόσταση μιας σχέσης δεν μετριέται από τον αριθμό των τηλεφωνημάτων ούτε από τα χιλιόμετρα ανάμεσα σε δύο σπίτια. Φαίνεται στο αν το παιδί αισθάνεται ελεύθερο να δοκιμάσει και ταυτόχρονα ασφαλές να επιστρέψει όταν κάτι δεν πάει καλά.
Ο γονιός δεν βρίσκεται πλέον στο κέντρο κάθε απόφασης. Παραμένει, όμως, ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ο άνθρωπος που ακούει, συμβουλεύει όταν χρειάζεται και προσφέρει βοήθεια, αφήνοντας παράλληλα στο παιδί τον χώρο να αναλάβει τη δική του ζωή.
Αυτή είναι ίσως η νέα μορφή της γονεϊκής φροντίδας: διαφορετική στην καθημερινότητά της, αλλά το ίδιο σταθερή στην ουσία της.
Η απόσταση μιας σχέσης δεν μετριέται από τον αριθμό των τηλεφωνημάτων ούτε από τα χιλιόμετρα ανάμεσα σε δύο σπίτια. Φαίνεται στο αν το παιδί αισθάνεται ελεύθερο να δοκιμάσει και ταυτόχρονα ασφαλές να επιστρέψει όταν κάτι δεν πάει καλά.
Ο γονιός δεν βρίσκεται πλέον στο κέντρο κάθε απόφασης.
Παραμένει, όμως, ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ο άνθρωπος που θα ακούσει χωρίς να μειώσει, θα συμβουλεύσει χωρίς να επιβληθεί και θα βοηθήσει χωρίς να αφαιρέσει από το παιδί την ευθύνη της ζωής του.
Ίσως αυτή να είναι η νέα μορφή της γονεϊκής φροντίδας:
να παραμένεις παρών, χωρίς να καταλαμβάνεις όλον τον χώρο.



